Το να δημιουργείς είναι να σκέφτεσαι πιο έντονα. Ρεβερντί Π.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ


Σύνδεσμοι λέγονται οι άκλιτες λέξεις που χρησιμεύουν για να συνδέουν με ορισμένους τρόπους λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ.
ἐγὼ καὶ σὺ
ἐπαιάνιζόν τε οἱ Ἕλληνες καὶ ἤρχοντο ἀντίοι ἰέναι πρὸς τοὺς πολεμίους
Οι σύνδεσμοι χωρίζονται στις παρακάτω κατηγορίες:
ΠΑΡΑΤΑΚΤΙΚΟΙ
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
1. συμπλεκτικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι που συμπλέκουν, δηλ. συνενώνουν (καταφατικά ή αποφατικά), λέξεις ή προτάσεις: καταφατικοί: τε, καὶ αποφατικοί: οὔτε, μήτε – οὐδέ, μηδέ
2. διαζευκτικοί
ή διαχωριστικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι που συνδέουν διαζευκτικά (δηλ. διαχωριστικά) λέξεις ή προτάσεις: ἤ, ἤτοι, εἴτε, ἐάντε, ἄντε, ἤντε
3. αντιθετικοί
ή εναντιωματικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι που σημαίνουν ότι εκείνα που συνδέονται με αυτούς είναι αντίθετα μεταξύ τους: μέν, δέ, μέντοι, ὅμως, ἀλλά, ἀτάρ (= όμως), μήν (= όμως), ἀλλὰ μήν (= αλλὰ όμως), καὶ μήν (= και όμως), οὐ μὴν ἀλλά (= αλλὰ όμως), καίτοι (= κα όμως)
4. αιτιολογικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται ένα νόημα που είναι αιτία ή δικαιολογία άλλου: γάρ - ὅτι, ὡς, διότι, ἐπεί, ἐπειδή
5. συμπερασματικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται ένα νόημα που φανερώνει συμπέρασμα άλλου προηγούμενου: ἄρα, δή, δῆτα, οὖν, τοίνυν, τοιγάρτοι, τοιγαροῦν – οὔκουν, οὐκοῦν - ὥστε, ὡς
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΙ
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
6. παραχωρητικοί
ή ενδοτικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους συνδέονται δύο νοήματα κάπως ασυμβίβαστα μεταξύ τους και που το ένα δηλώνει παραχώρηση (συγκατάβαση) προς το άλλο:εἰ καί, ἄν καί - καὶ εἰ, καὶ ἄν, κἄν (= και αν ακόμη) – οὐδ’ εἰ, οὐδ’ ἐάν, μηδ’ ἐάν (= ούτε και αν) – καίπερ (= αν και)
7. χρονικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που καθορίζει το χρόνο μιας ενέργειας: ὡς - ὅτε, ὁπότε - ὁσάκις, ὁποσάκις – ἡνίκα, ὁπηνίκα - ἐπεί, ἐπειδή - ὅταν, ὀπόταν, ἐπάν, ἐπειδάν - ἕως, ἔστε, ἄχρι, μέχρι, πρίν
8. τελικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που φανερώνει το τέλος (δηλ. το σκοπό) μιας ενέργειας: ἵνα, ὅπως, ὡς (=για να)
9. ειδικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που συμπληρώνει την έννοια άλλης πρότασης ως αντικείμενο ή ως υποκείμενο ή επεξηγεί κάποια λέξη άλλης πρότασης: ὅτι, ὡς
10. υποθετικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι που εισάγουν υπόθεση:εἰ, ἐάν, ἄν, ἤν
11. ενδοιαστικοί
ή διστακτικοί
λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που εκφράζει ενδοιασμό (δηλ. φόβο ή δισταγμό για κάτι ανεπιθύμητο): μή, μὴ οὐ

Οι σύνδεσμοι αλφαβητικά

Οι σύνδεσμοι
Κατηγορία
 Παραδείγματα
ἀλλὰ (= αλλά)
αντιθετικός
ὑμεῖς δὲ ἀποκρεμασθέντες κατασπᾶν βιάσεσθέ με, ἀλλὰ μάτην πονήσετε (= κι εσείς να πιαστείτε απ’ αυτό και να επιχειρήσετε με τη βία να με τραβήξετε με δύναμη προς τα κάτω, αλλά μάταια θα κοπιάσετε)
ἀλλὰ μὴν (= αλλὰ όμως) (ως μεταβατικός = επιπλέον)
αντιθετικός
ἀλλὰ μὴν καὶ οὓς ὑμῶν ἀπέστησαν φανεροί εἰσιν ἐξηπατηκότες (= αλλά και όσους απέσπασαν από εσάς είναι φανερό ότι τους εξαπάτησαν)
ἄν (= αν εάν)
υποθετικός
ἄν τέ τις φόβος ταράττῃ συμβοηθεῖ (= και αν τον ταράζει κάποιος φόβος, τον βοηθάει μαζί με άλλους)
ἄν καὶ (= αν και, ακόμη κι αν)
παραχωρητικός
οὐδένα δύνασθαι κρύπτειν τὸ μὴ οὐχ ἡδέως ἂν καὶ ὠμῶν ἐσθίειν αὐτῶν (= κανείς δεν μπορούσε να κρύψει ότι ευχαρίστως θα τους έτρωγε ακόμη κι αν ήταν ζωντανοί)
ἄντε (ἄν + τε) (= είτε)
διαζευκτικός
ἄντε ἄρχων ἄντε ἰδιώτης ὢν τυγχάνῃ (= είτε άρχοντας είτε ιδιώτης τυχαίνει να είναι)
ἄρα (= άρα, πράγματι)
συμπερασματικός
μαθὼν πείρᾳ ὅτι ἄρα ἦν ἄδικος κριτὴς τῶν ἰδίων (=  και έμαθε εξ ιδίας πείρας ότι πράγματι ήταν άδικος κριτής των ατομικών του γνωρισμάτων)
ἀτὰρ (= αλλά, όμως)
αντιθετικός
ἀτὰρ δὴ καὶ τὸ σὸν θέλω μαθεῖν (αλλά και τα δικά σου θέλω να μάθω)
ἀτὰρ πῶς οὐκ αὐτοῦ Μεγαροῖ κατέλυεν; (= αλλά πώς και δεν έμεινε στα Μέγαρα;)
ἄχρι (= έως ότου, μέχρι)
χρονικός
ὁ λόφος ὠνομάζετο Ταρπήιος, ἄχρι οὗ Ταρκυνίου βασιλέως Διὶ τὸν τόπον καθιεροῦντος (= ο λόφος ονομαζόταν Ταρπήιος, μέχρι που ο βασιλιάς Ταρκύνιος τον αφιέρωσε στο Δία)
Γίνου πιστός ἄχρι θανάτου (= Γίνε πιστός μέχρι το θάνατο)
γὰρ (γε + ἄρα) (= γιατί, βέβαια, δηλαδή)
αιτιολογικός
γὰρ ἀγαθὸς φίλος ἑαυτόν τάττει πρὸς πᾶν τὸ ἐλλεῖπον τῷ φίλῳ (= γιατί ο καλός φίλος αφιερώνεται στην κάλυψη των αναγκών του φίλου του)
δὲ
αντιθετικός
διδάσκοντες ὅτι τὸ μὲν δίκαιόν ἐστι, τὸ δὲ ἄδικον (= διδάσκοντας ότι το ένα είναι δίκαιο, το άλλο άδικο)
δὴ (= λοιπόν)
συμπερασματικός
ἀφ’ οὗ δὴ, οἶμαι, καὶ καλοῦνται Φελλόποδες (= γι’ αυτό το λόγο μάλιστα, νομίζω, και ονομάζονται Φελλόποδες.)
δῆτα (= άρα, συνεπώς, λοιπόν)
συμπερασματικός
λαβέ δῆτα τὰς φυσαλλίδας πρὸς τῶν θεῶν, ὡς ἥδομαί γ' ὑμᾶς ὁρῶν ὀρχουμένους" (πάρε, λοιπόν, τις φυσαλλίδες (αυλούς), για τους θεούς, γιατί χαίρομαι να σας βλέπω να χορεύετε)
διότι (= διότι)
αιτιολογικός
τὴν μὲν τοῦ πράγματος ἰσότητα ὁμολογοῦσι, τὴν δὲ οἷς ἀμφισβητοῦσι, [...], διότι κρίνουσι τὰ περὶ αὑτοὺς κακῶς (= παραδέχονται την ισότητα για τα πράγματα, την αμφισβητούν όμως για τα πρόσωπα, [...], διότι κρίνουν λάθος τα σχετικά με τους ίδιους
ἐάν (= αν, εάν)
υποθετικός
ἀπειλῶν αὐτῷ θανάτου, ἐὰν ἀδικῶν φωραθῇ ἕτερα (= απειλώντας τον με θάνατο, εάν αποδειχθεί ότι διαπράττει άλλες αδικίες)
εἰ (= αν, εάν)
υποθετικός
εἰ δὲ κἀκεῖνοι ἐμὲ ἑώρων, οὐκέτι ἔχω εἰπεῖν (= αν όμως κι εκείνοι μ’ έβλεπαν, δεν μπορώ καθόλου να το πω)
εἰ καὶ (= έστω και)
παραχωρητικός
ζημίαν δὲ τιθεὶς εἰ καὶ ὁ μικροῦ ἄξιος ἀπόλοιτο (= και θεωρώντας το ζημιά αν κάποιος, έστω και ανάξιος, χανόταν)
ἐάντε (ἐὰν + τε) (= είτε)
διαζευκτικός
ἐάντε πατὴρ ὢν τυγχάνῃ ἐάντε μήτηρ ἐάντε ἄλλος ὁστισοῦν (= είτε τυχαίνει να είναι πατέρας είτε μητέρα είτε κάποιος άλλος)
ἐπάν (επεὶ + ἄν) (= όταν, άμα, αφού)
χρονικός
ὅταν μὲν ἐρρωμένος ᾖ τις, οὐδὲν ἐπαισθάνεται τῶν καθ’ ἕκαστα σαθρῶν, ἐπὰν δ’ ἀρρωστήσῃ, πάντα κινεῖται (= όταν κανείς είναι γερός, δεν αντιλαμβάνεται τα μέλη που νοσούν, αφού, όμως, ασθενήσει, όλα μεταβάλλονται
ἐπεί (= όταν, άμα, αφού)
χρονικός
 Ἂλλ’ ἐπεὶ τῶν πολεμίων ὁ στόλος τοὺς πὲριξ ἀπέκρυψεν αἰγιαλούς (= Αλλά όταν ο στόλος των εχθρών απέκρυψε τις γύρω παραλίες)
ἐπεὶ (= επειδή)
αιτιολογικός
ἐπεὶ δὲ οὒκ ἐπείθετο, πρὸς τοὺς δικαστὰς ἤγαγε (= επειδή όμως δεν πειθόταν, τον οδήγησε μπροστά στους δικαστές)
ἐπειδὰν (ἐπειδὴ + ἄν) (= όταν)
χρονικός
ἐπειδὰν δὲ ἐκ διδασκάλων ἀπαλλαγῶσιν, ἡ πόλις αὖ τούς τε νόμους ἀναγκάζει μανθάνειν (όταν απαλλαγούν από τους δασκάλους, η πόλη πάλι τους αναγκάζει να μαθαίνουν τους νόμους)
ἐπειδὴ (= επειδή)
αιτιολογικός
Ἔπειτ’ ἐπειδὴ τἀμφανῆ μὲν οἱ νόμοι ἀπεῖργον αὐτούς (= Έπειτα επειδή οι νόμοι τους εμπόδιζαν)
ἐπειδή (= όταν, αφού, αφότου)
χρονικός
Οὗτος, ἐπειδὴ ἐγκύμων ἦν ἡ Γαλάτεια ηὔξατο μὲν γενέσθαι αὐτῷ ἄρρενα παῖδα, (= Αυτός, όταν εγκυμονούσε η Γαλάτεια, ευχήθηκε να αποκτήσει αρσενικό παιδί)
ἔστε (= έως ότου, μέχρι)
χρονικός
αὐτὸς ἔφη παραμενεῖν ἔστ᾽ ἂν τοὺς βότρυς ποιήσωσι γλεῦκος (= αυτός είπε να παραμείνουν μέχρι τα σταφύλια να κάνουν μούστο)
εἴτε = είτε (εἰ + τε)
διαζευκτικός
Εἰ μέλλουσιν ἡμῖν ἐνθένδε εἴτε ἀποδιδράσκειν, εἴθ’ ὅπως δεῖ ὀνομάσαι τοῦτο, (= Αν, ενώ σκοπεύουμε εμείς είτε να δραπετεύσουμε από εδώ, είτε όπως αλλιώς ταιριάζει να ονομάσουμε μια τέτοια πράξη,
ἕως (= έως, έως ότου)
χρονικός
Δαμασίας αἱρεθεὶς ἄρχων ἔτη δύο καὶ δύο μῆνας ἦρξεν, ἕως ἐξηλάθη βίᾳ τῆς ἀρχῆς (= ο Δαμασίας αναδείχθηκε άρχοντας και έμεινε στην εξουσία δυο χρόνια και δυο μήνες έως ότου τον καθαίρεσαν με την βία)
= ή
διαζευκτικός
ὀρυττομένη δὲ τρέφει πολλαπλασίους εἰ σῖτον ἔφερε (= όταν όμως αξιοποιούνται για εξόρυξη, μπορούν να θρέψουν πολύ περισσότερους παρά αν καλλιεργούνταν)
ἤν (= αν, εάν)
υποθετικός
ἤν εἰσδύνῃ τῇ ὁδῷ τῆς ἀκοῆς μου, τέθνηκα (= αν μπει στο αυτί μου, πεθαίνω)
ἡνίκα (= όταν)
χρονικός
Φασὶ δ’ αὐτούς, καὶ ἡνίκα μία τροφὴ πᾶσι ἦν τοῖς ὀρνέοις πρώτους βορὰν ἐκ τῶν ὑδάτων εὑρεῖν (= Λένε ακόμη γι’ αυτούς, κι όταν ήταν μία η τροφή για όλα τα πουλιά, πρώτοι αυτοί βρήκαν τροφή από τα νερά)
ἤντε (ἤν + τε) (= ή, είτε
διαζευκτικός
Μὴσατο δ' ἄλλην γαῖαν ἀπείρατον ἤντε σελήνην
ἤτοι (= είτε)
διαζευκτικός
καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα (= και εμείς οι ίδιοι είτε αποφασίζουμε για τα πολιτικά ζητήματα ή προσπαθούμε να βρούμε σωστές λύσεις γι' αυτά)
ἵνα (= για να)
τελικός
πολλὰ  ἐπιτηδεύουσιν ἐν τῷ βίῳ, ἵνα  πορίζωνται τὰ ἀναγκαῖα (= ασκούν πολλά επαγγέλματα στη ζωή τους, για να εξασφαλίζουν τα αναγκαία
καὶ (= και)
συμπλεκτικός
Ἐν Ἀθήναις διδάσκουσι καὶ νουθετοῦσι τοὺς παῖδας (= Στην Αθήνα διδάσκουν και νουθετούν τα παιδιά)
καὶ ἄν (= και αν, κι αν ακόμη, έστω κι αν)
παραχωρητικός
χρῆν αὐτὸν πάντων τῶν ἄλλων ἀπεχόμενον ἰέναι οὕτω ἐπὶ τὴν ἡμετέρην, καὶ ἂν ἐδήλου πᾶσι ὡς ἐπὶ Σκύθας ἐλαύνει καὶ οὐκ ἐπὶ τοὺς ἄλλους. (= ... ακόμη κι αν δήλωνε σ' όλους ότι επιτίθεται εναντίον των Σκυθών και όχι εναντίον των άλλων)
καὶ εἰ (= και αν, κι αν ακόμη, έστω κι αν)
παραχωρητικός
καὶ εἰ μή γε ἡ Θέτις κατελεήσασα κἄν ἐδέδετο αὐτῷ κεραυνῷ καὶ βροντῇ (= κι αν η Θέτις δεν τον σπλαχνιζόταν θα είχε αιχμαλωτιστεί μαζί με τον κεραυνό και τη βροντή του)
καὶ μὴν (= και όμως, και μάλιστα)
αντιθετικός
Καὶ μὴν καὶ γένεια φύουσιν μικρὸν ὑπὲρ τὰ γόνατα (= Και μάλιστα και γένια αφήνουν να φυτρώσουν λίγο πάνω από τα γόνατα)
κἄν (= και αν ακόμη)
παραχωρητικός
κἄν μυρία ὧμεν πεπλημμεληκότες, ὁ Θεὸς μεταδώσει συγγνώμης ἡμῖν (= ακόμη κι αν έχουμε διαπράξει πολλά παραπτώματα ο Θεός θα μας συγχωρήσει
καίπερ (= αν και, και αν ακόμη, έστω κι αν)
παραχωρητικός
φαίνεται δὲ τὰ εἰρημένα καὶ τοῖς πολλοῖς ὑπάρχειν, καίπερ οὖσι φαύλοις (= Τα γνωρίσματα που είπαμε φαίνεται ότι υπάρχουν και στους πολλούς κι αν ακόμη είναι φαύλοι
καίτοι (= και όμως, παρόλο) (καὶ + τοι)
αντιθετικός
Καίτοι ἐπιστάμεθα μὴν δήπου τίνες εἰσὶ νέων διαφθοραί (= Ακόμη κι αν γνωρίζουμε βέβαια, ποιες είναι οι διαφθορές των νέων)
μὲν
αντιθετικός
διδάσκοντες ὅτι τὸ μὲν δίκαιόν ἐστι, τὸ δὲ ἄδικον (= διδάσκοντας ότι το ένα είναι δίκαιο, το άλλο άδικο)
μὴ (= μήπως)
ενδοιαστικός
οὐκ ἤθελε δὲ  περιιδεῖν ἄλυτον, μὴ καὶ τοῦτο ἐργάσηται κίνησίν τινα ἐς τοὺς πολλούς (= αλλά και δεν ήθελε να τον αφήσει άλυτο, μήπως αυτό προκαλέσει κάποια αναταραχή στο πλήθος)
μηδὲ (μὴ + δὲ) (= μήτε)
συμπλεκτικός
μηδέποτε άξιωθησόμενον τοιούτων ἐπαίνων, μηδ’ ἄν ὑπερβάλλη τὰς ἀρετὰς ἐκείνων; (=  ότι ποτέ δε θα κριθεί άξιος για τέτοιους επαίνους, κι αν ακόμα ξεπεράσει τις αρετές εκείνων;)
μέντοι (μὲν + τοι) (= όμως)
αντιθετικός
Ἀλλά μέντοι καὶ πένητας ὄψει οὐχ οὕτως ὀλίγους τῶν ἰδιωτῶν (= Αλλά όμως θα δεις και φτωχούς όχι τόσο λίγους πολίτες)
μέχρι (= μέχρι)
χρονικός
Τοῦ δὲ ῥεύματος παρασύραντος αὐτὸν ὠδύρετο, μέχρις οὗ  ὁ Ἑρμῆς  ἐλεήσας αὐτόν ἧκε (= Kαι, επειδή το ρεύμα το παρέσυρε, έκλαιγε, μέχρι που ο Ερμής τον λυπήθηκε και ήρθε)
μηδ’ ἐὰν (= ούτε και αν)
παραχωρητικός
μηδέποτε άξιωθησόμενον τοιούτων ἐπαίνων μηδ’ ἄν ὑπερβάλλη τὰς ἀρετὰς ἐκείνων; (= ποτέ δε θα κριθεί άξιος για τέτοιους επαίνους, κι αν ακόμα ξεπεράσει τις αρετές εκείνων;)
μὴν (= όμως)
αντιθετικός
Καὶ μὴν οὐκ ἔδει γε ἐπιγελᾶν ἑταίρῳ ἀνδρί. (= Κι όμως δεν έπρεπε βέβαια να γελάς σε βάρος ενός φίλου σου.)
μὴ οὐ (= μήπως δεν)
ενδοιαστικός
τοῦτο δὲ, σμικρόν ῥεῦμα, εἴρξει ἡμᾶς τὸ μὴ οὐ διαβῆναι ὡς ἔχομεν (= αυτό  όμως το μικρό ρεύμα θα μας εμποδίσει να περάσουμε όπως είμαστε)
μήτε = μήτε (μὴ + τε)
συμπλεκτικός
μήτε εἰς ἱερὸν ἔλθῃ μηδὲν μήτ’ εἰς ἀγορὰν μήτ’ εἰς πόλιν ὅλως πρότερον ἢ καθήρηται (= ούτε στο ιερό να έλθει ούτε στην αγορά ούτε γενικά στην πόλη παρά μόνο αφού εξαγνιστεί)
ὅμως (= όμως)
αντιθετικός
Ἀλλ’ ὅμως σὺ μὲ φής, ὦ Μέλητε, τοιαῦτα ἐπιτηδεύοντα τοὺς νέους διαφθείρειν; (Αλλά εσύ όμως ισχυρίζεσαι, ω Μέλητε, ότι ασχολούμενος με τέτοια διαφθείρω τους νέους;)
ὁπηνίκα (= όταν, την ώρα που, τη στιγμή που)
χρονικός
έα παραγίνεται εἰς Κρήτην, ὁπηνίκα τὸν Δία ἐγκυμονοῦσα ἐτύγχανε (= Η Ρέα φτάνει στην Κρήτη, όταν εγκυμονούσε το Δία)
ὁποσάκις (= όσες φορές)
χρονικός
ὁποσάκις δ' ἐπεχείρησαν αἱρεῖσθαι τοὺς βελτίστους (= όσες φορές προσπάθησαν να διαλέξουν τους καλύτερους)
ὀπόταν (ὁπότε + ἄν) (όταν)
χρονικός
τις ἂν ὑμᾶς ἐξαπατήσαι ὥστε ἐμβαίνειν ὁπόταν νότος πνέῃ; (= ποιος θα μπορούσε να σας εξαπατήσει ώστε να μπείτε στα πλοία όταν φυσάει βοριάς;)
ὁπότε (ὁ(π)πότε) (= γιατί)
αιτιολογικός
Φεῦ <σου>, ὦ Ἑλλάς, ὁπότε οἱ νῦν τεθνηκότες ἱκανοὶ ἦσαν ζῶντες νικᾶν μαχόμενοι πάντας τοὺς βαρβάρους (= Αλοίμονο, Ελλάδα, γιατί οι τωρινοί νεκροί, αν ζούσαν, μπορούσαν να νικήσουν πολεμώντας όλους τους βαρβάρους.)
ὁπότε (ὁ(π)πότε) (= όποτε)
χρονικός
ἐπεὶ πολλοὶ μὲν τῶν ἄλλων Τρώων, ἀπώλλυντο, ὁπότε συμμίσγοιεν τοῖς Ἕλλησιν, (=όταν πολλοί άλλοι Τρώες  σκοτώνονταν όσες φορές συγκρούονταν με τους Έλληνες)
ὅπως (= για να)
τελικός
ἔπεισε τὸν Ἀρχιμήδην ὅπως αὐτῷ μηχανήματα κατασκευάσῃ (= έπεισε τον Αρχιμήδη να κατασκευάσει για χάρη του μηχανήματα)
ὁσάκις (= όσες φορές)
χρονικός
τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἐὰν πίνητε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν (= αυτό να κάνετε, όσες φορές πίνετε στη δική μου ανάμνηση)
ὅταν (= όταν)
χρονικός
ὅταν δὲ τὸ τῆς ἱστορίας ἦθος ἀναλαμβάνῃ τις, ἐπιλαθέσθαι χρή πάντων τῶν τοιούτων (= όταν, όμως, κάποιος υιοθετεί το χαρακτήρα του ιστορικού πρέπει να τα ξεχάσει όλα αυτά)
ὅτε (ὅ + τε) (= όταν)
χρονικός
ἐγὼ ὑμῖν, ὅτε τοῖς Ἀθηναίοις ἐπολεμεῖτε, φίλος καὶ σύμμαχος ἐγενόμην (= εγώ, όταν πολεμούσατε τους Αθηναίους, υπήρξα φίλος και σύμμαχός σας)
ὅτι (ὅ + τι) (= ότι)
ειδικός
αἱ δὲ ὄχθαι αὗται ὁρᾷς ὅτι ὑπερύψηλοι καὶ κρημνώδεις εἰσίν αἵ αὐτῶν· (= 
και βλέπεις ότι οι όχθες είναι πολύ ψηλές και μερικές απ’ αυτές είναι απόκρημνες·)
ὅτι (ὅ + τι) (= διότι) (με ρ. ψυχικού πάθους)
αιτιολογικός
ἀναθαρρήσειν τε δοκῶ τοὺς Πέρσας <ὡς> ἀξιομάχους Μακεδόσιν ὄντας, ὅτι οὐδὲν ἔπαθον ἐν τῷ παραυτίκα ἄξιον τοῦ σφῶν δέους. (= και νομίζω ότι οι Πέρσες θα πάρουν θάρρος γιατί θα νομίσουν ότι είναι ικανοί να μάχονται με τους Μακεδόνες γιατί δεν έπαθαν τίποτα τη στιγμή αυτή αντάξιο του φόβου τους. 
οὐδὲ = ούτε (οὐ + δὲ)
συμπλεκτικός
Οὐ γὰρ δὴ οὕτω γε φρενοβλαβής ἦν Πρίαμος οὐδὲ οἱ ἄλλοι Τρῶες (= Γιατί βέβαια δεν ήταν τόσο παράφρονας ο Πρίαμος ούτε οι άλλοι Τρώες)
οὐδ’ ἐὰν (= ούτε αν)
παραχωρητικός
οὐδ' ἐὰν ἀντιβολῶσιν ὑμᾶς καὶ ἱκετεύωσιν, δικαίως ἂν αὐτοὺς ἐλεήσαιτε (= ούτε κι αν  σας παρακαλούν και σας ικετεύουν, δίκαια δε θα τους ελεήσετε)
οὐδ’ εἰ (= ούτε αν)
παραχωρητικός
οὐδ’ εἴ με ἐκέλευες ταῦτα ποιεῖν, ἡδέως ἂν ταῦτα ἐποίουν (= ούτε αν με διέταζες να κάνω αυτά, με ευχαρίστηση θα τα έκανα )
οὐκοῦν (οὐ + οὖν) (= λοιπόν)
συμπερασματικός
Οὐκοῦν θαυμαστὸν καὶ τοῦτό σοι δοκεῖ εἶναι (= Λοιπόν, σου φαίνεται ότι είναι και τούτο περίεργο)
οὔκουν (οὐ + οὖν) (επομένως, συνεπώς, άρα)
συμπερασματικός
ὅταν πολεμούντων πόλις ἁλῷ, τῶν ἑλόντων εἶναι καὶ τὰ σώματα τῶν ἐν τῇ πόλει καὶ τὰ χρήματα. οὔκουν ἀδικίᾳ γε ἕξετε ὅ τι ἂν ἔχητε, ἀλλὰ φιλανθρωπίᾳ οὐκ ἀφαιρήσεσθε, ἤν τι ἐᾶτε ἔχειν αὐτούς. (=όταν μια πόλη κυριευθεί μετά από αντίσταση, να ανήκουν στους νικητές και οι κάτοικοι και τα υπάρχοντά της. Επομένως δεν κατέχετε άδικα όσα τυχόν έχετε, αλλά από φιλανθρωπία δε θα τους αφαιρέσετε όσα θα τους επιτρέψετε να κρατήσουν.
οὐ μὴν ἀλλὰ (= αλλὰ όμως)
αντιθετικός
οὐ μὴν ἀλλὰ ζητητέον μή ποτε τοῦτο μὲν συμβέβηκε, (= Εν τούτοις πρέπει να εξετάσωμεν μήπως τούτο συμβαίνει κατά σύμπτωση)
οὖν (= λοιπόν)
συμπερασματικός
Μέχρι μὲν οὖν τινος συνοδοιποροῦσι ἡμῖν παραθέοντες (= Ως ένα σημείο, λοιπόν, μας συνοδεύουν τρέχοντας δίπλα μας)
οὔτε = ούτε (οὐ + τε)
συμπλεκτικός
Ἦν δὲ ὁ δεσμὸς ἐκ φλοιοῦ κρανίας καὶ τούτου οὔτε τέλος οὔτε ἀρχὴ ἐφαίνετο (= Ο δεσμός ήταν από φλούδα κρανιάς και αυτού δε φαινόταν ούτε τέλος ούτε αρχή)
πρὶν (= πριν, προτού)
χρονικός
ὑποφθάσομεν γὰρ αὐτοί περάσαντες πρὶν ἐκείνους ἐς τάξιν καθίστασθαι (=
θα προλάβουμε να περάσουμε πριν εκείνοι να παραταχθούν για μάχη)
τε (= και)
συμπλεκτικός
ἀναθαρρήσειν τε δοκῶ τοὺς Πέρσας <ὡς> ἀξιομάχους Μακεδόσιν ὄντας (=
και νομίζω ότι οι Πέρσες θα πάρουν θάρρος γιατί θα νομίσουν ότι είναι ικανοί να μάχονται με τους Μακεδόνες)
τοιγαροῦν (τοι + γὰρ + οὖν) (= γι' αυτό λοιπόν)
συμπερασματικός
τοιγαροῦν ὁ ἀθετῶν οὐκ ἄνθρωπον ἀθετεῖ ἀλλὰ τὸν θεὸν  (= γι' αυτό λοιπόν αυτός που αθετεί δεν αθετεί τον άνθρωπο αλλά το θεό)
τοιγάρτοι (= ώστε λοιπόν)
συμπερασματικός
τοιγάρτοι διὰ ταῦτα πολλοὶ τὴν πατρίδα τὴν αὑτῶν ἀπολιπόντες φυγάδες γίγνονται (= ώστε λοιπόν γι' αυτά πολλοί αφού εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, γίνονται φυγάδες)
τοίνυν (τοι + νῦν/νυν) (= λοιπόν)
συμπερασματικός
Ὁ μὲν τοίνυν πόλεμος ἁπάντων ἡμᾶς τῶν εἰρημένων ἀποστέρηκεν (= Ο πόλεμος λοιπόν, μας έχει στερήσει από όλα αυτά που έχουν λεχθεί)
ὡς (= επειδή)
αιτιολογικός
λοιδοροῦσι τὰς ἑαυτῶν πατρίδας, ὡς φαύλως αὐτοῖς προσφερομένας (= κακολογούν τις πατρίδες τους, επειδή κατά τη γνώμη τους τοὺς συμπεριφέρθηκαν άσχημα)
ὡς (= όταν)
χρονικός
Ὡς δὲ Άλέξανδρος παρῆλθεν ἐς Γόρδιον, πόθος λαμβάνει αὐτὸν ἰδεῖν τὴν ἅμαξαν τὴν Γορδίου (= Όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στο Γόρδιο, τον κατέλαβε πόθος να δει την άμαξα του Γορδίου)
ὡς (= ότι, πως)
ειδικός
ἔγραψεν ὡς δυνατόν ἐστι τῇ δοθείσῃ δυνάμει τὸ δοθὲν βάρος κινῆσαι (= έγραψε ότι είναι δυνατό να κινήσουμε με μια ορισμένη δύναμη ένα οποιοδήποτε βάρος)
ὡς (= ώστε, με αποτέλεσμα)
συμπερασματικός
νῦν οὕτω διάκειμαι ὑφ’ ὑμῶν ὡς οὐδὲ δεῖπνον ἔχω ἐν τῇ ἐμαυτοῦ χώρᾳ (= τώρα εσείς μου συμπεριφέρεστε έτσι ώστε ούτε φαγητό δεν έχω στη χώρα μου,
ὡς (=για να, να)
τελικός
ἀλλὰ καὶ βασιλέως ἀγαθοῦ τοῦτο ἔργον ἐνόμιζε, τὸ τοὺς ἀρχομένους ὡς πλεῖστα ἀγαθὰ ποιεῖν (= αλλά πίστευε ότι καθήκον του καλού βασιλιά είναι να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερα καλά στους υπηκόους του)
ὥστε (ὡς + τε) (= ώστε, άρα, συνεπώς)
συμπερασματικός
οὕτω γὰρ δυσκόλως πεφύκασίν τινες, ὥστε ἥδιον ἄν ἀκούοιεν εὐλογουμένων (= γιατί τόσο μικρόψυχοι είναι μερικοί από τη φύση τους, ώστε με μεγαλύτερη ευχαρίστηση θα άκουγαν να επαινούνται εκείνοι)

2 σχόλια:

  1. μόνο ο αιτιολογικός γάρ είναι παρατακτικός !!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. στην νεοελληνικη γλωσσα δεν υπαρχουν ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή