Το να δημιουργείς είναι να σκέφτεσαι πιο έντονα. Ρεβερντί Π.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Γεώργιος Δροσίνης -Θαλασσινά τραγούδια

Γεώργιος Δροσίνης -Θαλασσινά τραγούδια, ποίημα






Γλυκά φυσά ο μπάτης,
η θάλασσα δροσίζεται,
στα γαλανά νερά της
ο ήλιος καθρεφτίζεται·
και λες πως παίζουν μ’ έρωτα
πετώντας δίχως έννοια
ψαράκια χρυσοφτέρωτα
σε κύματ’ ασημένια.

Στου καραβιού το πλάι
ένα τρελό δελφίνι
γοργόφτερο πετάεικαι πίσω μάς αφήνει.

και σαν να καμαρώνεται
της θάλασσας το άτι
με τους αφρούς του ζώνεται
και μας γυρνά την πλάτη.

Χιονοπλασμένοι γλάροι,
πόχουν φτερούγια ατίμητα
και για κανένα ψάρι
τα μάτια τους ακοίμητα,
στα ξάρτια τριγυρίζοντας
ακούραστοι πετούνε
                                                          ή με χαρά σφυρίζοντας
                                                          στο πέλαγος βουτούνε.

Και γύρω καραβάκια
στη θάλασσ’ αρμενίζουν
σαν άσπρα προβατάκια
που βόσκοντας γυρίζουν
με χαρωπά πηδήματα
στους κάμπους όλη μέρα,
κι έχουν βοσκή τα κύματα,
βοσκό τους τον αέρα.
Λ. Πολίτη, Ποιητική Ανθολογία, τόμ. 6, Δωδώνη




http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-A107/391/2581,21813/

Δείτε βιογραφικά στοιχεία για τον Γεώργιο Δροσίνη εδώ 










Σε ολόκληρο το ποίημα αναδεικνύεται η ειδυλλιακή διάσταση και η αρμονική συνύπαρξη όλων των μερών του θαλασσινού τοπίου. Στην πρώτη στροφή του ποιήματος κυριαρχούν οι μορφές των ψαριών που παίζουν ανέμελα και ερωτευμένα μέσα στα γαλάζια νερά και κάτω από τον ήλιο και το γλυκό αεράκι του ειδυλλιακού θαλασσινού τοπίου. Στη δεύτερη στροφή του ποιήματος, την εικόνα του θαλασσινού τοπίου συνθέτει η μορφή ενός δελφινιού που κολυμπάει καμαρωτά δίπλα σ’ ένα καράβι. Στη συνέχεια, γλάροι κατάλευκοι σαν το χιόνι πετούν δίπλα στα σκοινιά των πλοίων, που στηρίζουν τα πανιά, αναζητώντας την τροφή τους. Τέλος, το ποίημα ολοκλη-ρώνεται με την εικόνα των καραβιών, που αρμενίζουν μέσα στη θάλασσα και σχίζουν τα κύματα με τη βοήθεια του αέρα.




Δομή:


Το ποίημα χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες/στροφές

1η ενότητα: Γλυκά φυσάει ο μπάτης....κύματ' ασημένια

2η ενότητα: Στου καραβιού το πλάϊ ...... γυρνά την πλάτη

3η ενότητα: Χιονοπλασμένοι γλάροι .....στο πέλαγος βουτούνε

4η ενότητα: Και γύρω καραβάκια ...... βοσκό τους τον αέρα


1η ενότητα: Στους τέσσερις πρώτους στίχους του ποιήματος, ο δημιουργός μεταφέρει στον αναγνώστη την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του θαλασσινού ελληνικού τοπίου, περιγράφοντας στοιχεία που το συνθέτουν, όπως το γλυκό αεράκι, τα γαλανά νερά της θάλασσας και ο ήλιος που καθρεφτίζεται μέσα σε αυτά. Μέσα στο γαλήνιο και ειδυλλιακό αυτό τοπίο, ο ποιητής τοποθετεί τα «χρυσοφτέρωτα» ψαράκια που κολυμπούν και παίζουν ανέμελα και ερωτευμένα κάτω από τα «ασημένια κύματα».



2η ενότητα: Η αναφορά στα έμφυτα στοιχεία της ελληνικής φύσης συνεχίζεται με την περιγραφή του «τρελού γοργόφτερου» δελφινιού, που κολυμπάει δίπλα σε ένα καράβι. Το δελφίνι αυτό, το οποίο παρομοιάζεται με «άτι» της θάλασσας, προσπερνά καμαρωτό το καράβι, τυλίγεται με τους αφρούς της θάλασσας και γυρνάει την πλάτη του στους ανθρώπους. Η παρομοίωση αυτή του δελφινιού με άλογο της θάλασσας, χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο κόσμους, τον κόσμο της θάλασσας και τον κόσμο της στεριάς.

3η ενότητα: Στην τρίτη στροφή του ποιήματος γλάροι κατάλευκοι σαν το χιόνι, «χιονοπλασμένοι», ψάχνουν να βρουν ψάρια για να τραφούν. Με τα μάτια τους ορθάνοιχτα πετούν δίπλα στα σκοινιά των πλοίων που στηρίζουν τα πανιά χωρίς να κουράζονται και σφυρίζουν χαρούμενοι βουτώντας στο πέλαγος.
 
 


4η ενότητα: Το ποίημα ολοκληρώνεται με την περιγραφή της εικόνας των καραβιών, που «σαν άσπρα προβατάκια» αρμενίζουν μέσα στη θάλασσα και «σχίζουν» τα κύματα με τη βοήθεια του αέρα. Στην τελευταία στροφή του ποιήματος κυριαρχεί η παρομοίωση των καραβιών, που συνθέτουν την εικόνα του θαλασσινού τοπίου, με τα «άσπρα προβατάκια» («σαν άσπρα προβατάκια... βοσκό τους τον αέρα») , που αποτελούν στοιχεία της στεριάς, του ορεινού φυσικού χώρου.
Η παρομοίωση αυτή αποσκοπεί στη σύζευξη των δύο φυσικών χώρων, της θάλασσας και της στεριάς. Άλλωστε, η σύζευξη αυτή δια- κρίνεται καθαρά στο τέλος της στροφής, όπου ο θαλάσσιος χώρος ταυτίζεται εικαστικά με το χώρο της στεριάς και ειδικότερα, με τη ζωή στα ορεινά και την κτηνοτροφική ζωή («βόσκοντας», «κάμπους», «βοσκή», «βοσκό»).


Γλώσσα και ύφος

Η γλώσσα του έργου είναι η απλή, ζωντανή, δημοτική εμπλουτισμένη με ποικίλα επίθετα (γαλανά νερά, χρυσοφτέρωτα ψαράκια, ασημένια κύματα, τρελό δελφίνι, χιονοπλασμένοι γλάροι, ατίμητα φτερούγια, ακοίμητα μάτια, άσπρα προβατάκια, χαρωπά πηδήματα).


Το ύφος του έργου είναι γλαφυρό, ζωντανό και παραστατικό.
Μέτρο 

 Το ποίημα είναι γραμμένο σε ιαμβικούς επτασύλλαβους και οκτασύλλαβους στίχους και η ομοιοκαταληξία κάθε στροφής ακολουθεί την πλεκτή δομή.



Σχήματα λόγου – Εκφραστικά μέσα
 



Μεταφορές: «η θάλασσα δροσίζεται», «ο ήλιος καθρεφτίζεται», «πετώντας δίχως έννοια», «ψαράκια χροσοφτέρωτα», «σε κύματ’ ασημένια», «γοργόφτερο πετάει», «χιονοπλασμένοι γλάροι», «ή με χαρά σφυρίζοντας», «κι έχουν βοσκή τα κύματα, / βοσκό τους τον αέρα». 

Παρομοιώσεις: «σαν να καμαρώνεται της θάλασσας το άτι», «σαν άσπρα προβατάκια / που βόσκοντας γυρίζουν / με χαρωπά πηδήματα / στους κάμπους όλη μέρα».

Προσωποποιήσεις: «και μας γυρνά την πλάτη», «ή με χαρά σφυρίζοντας». Εικόνες: Η εικόνα της θάλασσας, που στα γαλανά νερά της καθρεφτίζεται ο ήλιος, η εικόνα των ψαριών που κολυμπούν στα γαλανά νερά της θάλασσας,
 
η   εικόνα του καραβιού, η εικόνα του δελφινιού που κολυμπάει δίπλα στο καράβι, η εικόνα των «χιονοπλασμένων» γλάρων που πετούν «ακούραστοι» πάνω από τη θάλασσα, η εικόνα των καραβιών που αρμενίζουν στη θάλασσα,

η  εικόνα των προβάτων που βόσκουν στον κάμπο.
 

















.

2 σχόλια: