Το να δημιουργείς είναι να σκέφτεσαι πιο έντονα. Ρεβερντί Π.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΛEITOYPΓIEΣ – XPHΣEIΣ TΩN ΠTΩΣEΩN TOY OYΣIAΣTIKOY

http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/Theoria%20Nea/eteroptwtoi.htm


ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ / ΟΜΟΙΟΠΤΩΤΟΙ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΠΤΩΤΟΙ 


-       Οι πτώσεις δείχνουν τη σχέση που μπορεί να έχουν οι ονοματικές φράσεις μεταξύ τους.

-       Όταν η ονοματική φράση (ουσιαστικό) που προσδιορίζει μια άλλη βρίσκεται στην ίδια πτώση με αυτή, τότε ονομάζεται ομοιόπτωτος προσδιορισμός (π.χ. «Είναι ο φίλος του, ο Αλέξης»). Αντίθετα, όταν βρίσκεται σε διαφορετική πτώση, ονομάζεται ετερόπτωτος προσδιορισμός (π.χ. «Είναι ο φίλος του αδερφού μου»).

-       Οι ετερόπτωτοι προσδιορισμοί είναι συνήθως σε πτώση γενική, η οποία μπορεί να δηλώνει:

¨      Τον κτήτορα («Το αυτοκίνητο του πατέρα μου»).
¨      Το δράστη μιας ενέργειας και ονομάζεται γενική υποκειμενική («Ακούγεται το σφύριγμα του ανέμου»).  
¨      Τον αποδέκτη μιας ενέργειας και ονομάζεται γενική αντικειμενική («Οι νέοι είναι συντελεστές πρόοδου»).
¨      Τον τόπο («Το κρασί της Λήμνου είναι εξαίσιο»).
¨      Το χρόνο («Τα επιτεύγματα του αιώνα μας είναι θαυμαστά»).
¨      Τις διαστάσεις («Έχτισε σπίτι με συνολική έκταση διακοσίων τετραγωνικών»).
¨      Την ιδιότητα («Τους ακολουθούσαν τα πουλιά της θάλασσας»).
¨      Το σκοπό ή τη χρήση («Παράγγειλε τα ρούχα του γάμου»).
¨      Την αιτία («Τον αρρώστησε ο πόνος του χωρισμού»).
¨      Το σύνολο και ονομάζεται γενική διαιρετική («Η πλειοψηφία των μαθητών θέλει ένα καλύτερο εξεταστικό σύστημα»)
¨      Κ.λπ. 

      Οι ομοιόπτωτοι προσδιορισμοί χρησιμοποιούνται:

¨      Για να ορίσουν ακριβέστερα το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, προσθέτοντας ένα ιδιαίτερο και γνωστό γνώρισμα σ’ αυτό ή απλώς για να το χαρακτηρίσουν και ονομάζονται παράθεση («Του μίλησα για την αγάπη, το πιο όμορφο συναίσθημα»). 
Η παράθεση μπορεί να αναλυθεί με αναφορική πρόταση, οπότε εννοείται το «ο οποίος, -α, -ο», («Του μίλησα για την αγάπη, η οποία είναι το πιο όμορφο συναίσθημα»).
 Παράθεση θεωρείται και ο ομοιόπτωτος προσδιορισμός που δηλώνει τη σχέση περιέχοντος και περιεχομένου («ένα ποτήρι νερό»), διαιρεμένου όλου και εκείνων που το αποτελούν («ένα κοπάδι πρόβατα») κ.λπ.

¨      Για να διασαφηνίσουν-επεξηγήσουν το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, όταν η έννοια του είναι γενική και κάπως αόριστη και ονομάζονται επεξήγηση («Εγώ είμαι, ο Γιώργος»), οπότε εννοείται το «δηλαδή».

Πώς μπορούμε να διακρίνουμε την παράθεση από την επεξήγηση:

Στην παράθεση από μια έννοια ειδικότερη (μερικότερη) πηγαίνουμε σε μια άλλη έννοια γενικότερη. Η πορεία δηλαδή είναι από το μερικό στο γενικό (π.χ. «Η Κατερίνα, η φίλη μου, κέρδισε το στοίχημα.»).

Στην επεξήγηση συμβαίνει το αντίστροφο, από μια έννοια δηλαδή γενικότερη πηγαίνουμε σε μια έννοια μερικότερη. Η πορεία είναι από το γενικό στο μερικό (π.χ. «Η φίλη μου, η Κατερίνα, κέρδισε το στοίχημα.»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου